Φιλμ νουάρ.gr - συνέντευξη στην Κατερίνα Παπαδοπούλου



1. Κύριε Φιλιππίδη, θα αρχίσω με τον κλασικό τρόπο. Μιλήστε μου για το βιβλίο σας…

Τα βιβλία που αγαπούσα από παιδί, δούλευαν πάντα συνειρμικά μέσα μου, δεν έμεναν μόνο σ’ επίπεδο της τέχνης του λόγου. Ήταν εικόνες, αισθήσεις, μουσικές, η μυθοπλασία έπαιρνε για μένα διστάσεις ποιοτικού σινεμά. Έτσι το πρώτο πρόσωπο που έφερα στο νου μου, ήταν η ανυπόταχτη κι ειλικρινής Βασιλική, ένα γκρο πλαν σε ασπρόμαυρη ελληνική ταινία. Την ερωτεύτηκα από την πρώτη στιγμή, ήταν αναγκαίο κίνητρο, ν’ αντέξω να μπλεχτώ στο ταξίδι με την πεζογραφία, που εν τέλει προέκυψε πολύ γοητευτικό. Η συγγραφή ενός βιβλίου για το δημιουργό, είναι έτσι κι αλλιώς διαδικασία χρόνια. Χρειάστηκε να τη «γνωρίσω» καλά, να διαβλέψω πεποιθήσεις, ν’ ανακαλύψω το παρελθόν, που ορίζει πάντα το μέλλον, να διεισδύσω στα όνειρά της, τα αισθήματα και τα θέλω της.


2. Διαβάζοντάς το, μου έδωσε την εντύπωση ότι δεν πρόκειται για πλήρη μυθοπλασία και αναφέρομαι και στην ιστορία αλλά και στους ήρωες. Αν η εκτίμησή μου είναι σωστή, από πού αντλήσατε το υλικό σας;  Χαίρομαι ειλικρινά που κατάφερα να σας μπερδέψω, αλλά πρόκειται για μυθιστορία. Δεν υπήρξε τέτοιο πρόσωπο στ’ αλήθεια. Οι πήγες, η ίδια η απεικόνιση μιας Ελλάδας, που συνεχώς άλλαζε στη ροή του χρόνου στο φόντο, ενείχαν στοιχεία που ‘χαν ήδη αποτυπωθεί ασυνείδητα σχεδόν, μέσα μου. Γιατί συνέβαινε, να ‘μαι το παιδί, που σκάλιζε –στα πληκτικά βράδια των βορινών χειμώνων μου- τις παμπάλαιες φωτογραφίες και ρώταγε για όλα. Αυτό μου επέτρεψε να προσεγγίσω «μνήμες» και αναφορές, που δε δικαιολογούσε η φυσική μου ηλικία.


3. Ας μιλήσουμε λίγο για τους χαρακτήρες. Θεωρώ πολύ δύσκολο για κάποιον να εισχωρήσει στα άδυτα της ψυχής κάποιου άλλου ατόμου και ακόμα δυσκολότερο να είναι και του αντίθετου φύλου. Εσείς όμως τα καταφέρατε περίφημα και μάλιστα χωρίς το αποτέλεσμα να είναι κραυγαλέο, μελό ή να δημιουργεί σύγχυση. Πως το πετύχατε αυτό;

Λένε πως όταν καταφέρνει κανείς γράφοντας να ξεπεράσει το στενό του «εγώ», αναβαθμίζει την όποια αφήγησή του σε μυθιστόρημα. Είχα μάθει να το κάνω, όσα χρόνια σπούδαζα ή δούλευα στο θέατρο. Σαν ηθοποιός, είχα το έρμα της αναζήτησης ενός χαρακτήρα, ποτέ δε στάθηκε εύκολο στ’ αλήθεια αυτό. Η γνώση του να ξεκινάω από το μηδέν το ζωντάνεμα ενός προσώπου, ενδυόμενος τα ρούχα και τις σκέψεις του, επεκτάθηκε όταν άρχισα, να ασχολούμαι αποκλειστικά με τη συγγραφή. Είχα συνείδηση, πως έπρεπε ν’ αφήσω το Γιάννη έξω από το σενάριο, έτσι κι αλλιώς, θα ‘χε το πλεονέκτημα να περιγράψει τα πάντα με τον δικό του τρόπο, αυτό μου ήταν υπεραρκετό.


4. Τους ήρωες τους οδηγήσατε εσείς ή σας έδειξαν το δρόμο οι ίδιοι;

Αδυνατώ ν’ αντιμετωπίσω ένα προϊόν τέχνης σα το βιβλίο με τρόπο συναισθηματικό. Έτσι δημιουργώ τα πρόσωπα, παλεύω να αισθανθώ το σφυγμό. Όταν τα πρόσωπα αποκτούν οντότητα σχεδόν υπαρκτή, δεν έχω κανέναν λόγο να περιορίσω τη μοίρα τους. Περιφέρομαι μαγεμένος ανάμεσα στις καθημερινές στιγμές τους κι απλά καταγράφω, θέλω να ‘ναι οι ίδιοι πρωταγωνιστές στο δικό τους παρόν και μέλλον.


5. Ο μεγαλύτερος προβληματισμός σας κατά τη συγγραφή ποιος ήταν;

Η συνείδηση του θράσους, ν’ ασχολείσαι με την ανθρώπινη ψυχή, υπερβαίνοντας τα καθημερινά. Δεν ήξερα αν μπορώ να το κάνω με επιτυχία, με φόβιζε η μετριότητα στο αποτέλεσμα. Το να γράφεις για παράδειγμα μια μακριά στιχομυθία ανάμεσα σε δυο πρόσωπα, που κουβεντιάζουν λες και τ’ ακούς, μόνο εύκολο δεν είναι. Υποτίμησα όμως ενσυνείδητα τη συστολή και το φόβο μου, δουλεύοντας εντατικότερα. Έκανα τη συγγραφή, αποκλειστική μου ενασχόληση, αυτό με ελευθέρωσε πραγματικά.


6. Η Βασιλική, η κεντρική ηρωίδα σας, παίρνει από το χέρι τον αναγνώστη και τον «ξεναγεί» στη ζωή της σε μια εποχή που τα πράγματα είναι δύσκολα μεν ομορφότερα και απλούστερα δε. Αν η Βασιλική ζούσε στο σήμερα τι θα άλλαζε στη ζωή της και κατ’ επέκταση στην ιστορία;

Συμβαίνει συχνά να κουβεντιάζουμε κάτι ανάλογο, με τις παλιότερες αναγνώστριες του βιβλίου, που ‘χουνε γίνει άνθρωποι ζωής κι αισθάνονται τη Βασιλική σα πρόσωπο συγγενικό, πάντα όμως την σκεφτόμαστε ώριμη ηλικιακά, έτσι όπως εμφανίζεται –ταμπλό βιβάν στην αρχή, από μηχανής θεός εν εξελίξει- στο δεύτερό μου μυθιστόρημα, τον «Εραστή, τη μέλισσα κι ένα μικρούλι αχ», που βεβαια αποτελεί μια εντελώς διαφορετικά εξελισσόμενη μυθοπλασία, δεν είχα τελειώσει φαίνεται οριστικά μαζί της. Αλλ’ αν τη σκεφτόμουν νέα στα χρόνια μας, θα τη φανταζόμουν σίγουρα το ίδιο περήφανη, ειλικρινή, διαφορετική, επαναστάτρια στη σκέψη, ενταγμένη μέσα στην επικαιρότητα και το μέλλον που αδυνατούμε να προβλέψουμε. Και θα ‘μουν σίγουρος, πως με τον ίδιο άνεμο στη σκέψη, θα κατάφερνε να δικαιωθεί άλλη μια φορά για τις επιλογές της.


7. Πόσο δύσκολο είναι για έναν συγγραφέα να θέτει με τον πιο απλό τρόπο τόσο ουσιαστικά και δύσκολα ζητήματα;

Έχω σαν αρχή και μέσο μου, τον απλό καθημερινό λόγο, ν’ αποφεύγω τα περιττά. Το ν’ ασχολείσαι ωστόσο υπεύθυνα, με έννοιες σα τη ζωή, τη μοναξιά, την ανθρώπινη λαχτάρα ή έναν απόλυτο έρωτα, όχι μονάχα δεν είναι απλό, συχνά απειλεί να συνθλίψει συναισθηματικά τον γράφοντα. Το ν’ αρχίσεις να ίπτασαι μερικά εκατοστά από τη γη, είναι το μόνο εύκολο, το προσωπικό ρίσκο είναι φανερό. Αλλά μετά από πέντε προσωπικά βιβλία, έχω το πλεονέκτημα να λέω, πως όλο αυτό το μοναχικό και ριψοκίνδυνο ταξίδι της συγγραφής, παρέχει στο δημιουργό την απόλυτη ψυχική του συγκέντρωση. Του δίνει την ευκαιρία να ψάξει μέσα του και γύρω του, ν’ αντιληφθεί όσα προσλαμβάνει στο αληθινό τους βάρος. Η οπτική του για τη ζωή –τη σκοτεινιά ή τ’ ακριβά της δώρα αλλάζει, αποκτά ουσία.





Ακολουθήστε τον Άνεμο

  
      

Πνοή Ανέμου στην ελληνική ποίηση

Άνεμος Εκδοτική spot

Spot Χρήστος Φλουρής - «Σπίθα»

Spot Γιάννης Φιλιππίδης - «Λούσιfair, η βασίλισσα της Κυψέλης»

Spot Ελίνα Γαλανοπούλου - «Μια ζωή άντρες»

Spot Γιάννης Φιλιππίδης - «Κρατάς μυστικό;»